Γιώργος Πολ. Ιωαννίδης

 

             Γεν­νή­θη­κε 6 Αυγού­στου 1956 στη Θεσ­σα­λο­νί­κη.2012, George Pol 4

             Artistic studies 

  • 1974–1980:  Σπού­δα­σε στην «Architettura di Venezia» και στην «Accademia Belle Arti di Venezia» υπό το διά­ση­μο, πρω­το­πό­ρο Βενε­τό ζωγρά­φο  Emilio VEDOVA και Καλ­λι­τε­χνι­κή Ανθρώ­πι­νη Ανα­το­μία υπό το  Neto FIORENTIN.
  • 1980–1985:  Συνέ­χεια των σπου­δών στην «Accademia  Belle Arti di Firenze» με καθη­γη­τή Ζωγρα­φι­κής τον  Silvio LOFFREDO  και  Σκη­νο­γρα­φί­ας  τον    Domenico VIGGIANO.
  • 1985:  Diploma di PITTURA με βαθ­μό στη ζωγρα­φι­κή «Άρι­στα παμ­ψη­φεί» και απο­νο­μή  επαί­νου ως εξαι­ρε­τι­κά ταλα­ντού­χος  καλ­λι­τέ­χνης.
  • 1982–1984: Μαθή­τευ­σε  στο στού­ντιο του παγκο­σμί­ου φήμης πορ­τρε­τί­στα, Φλω­ρε­ντί­νου ζωγρά­φου   Pietro ANNIGONI.

             Artistic creations

  • 1978–1994:  Απο­κλει­στι­κός σχε­δια­στής στη μεγα­λύ­τε­ρη Ελλη­νι­κή βιο­μη­χα­νία  σύγ­χρο­νου, χει­ρο­ποί­η­του  χαλιού.
  • Δίδα­ξε  Ζωγρα­φι­κή,  Ελεύ­θε­ρο Σχέ­διο και  Ιστο­ρία της Τέχνης για περισ­σό­τε­ρο από 25 χρό­νια.
  • Καθ’ όλη τη δημιουρ­γι­κή του πορεία ζωγρα­φί­ζει ακα­τά­παυ­στα, με το μονα­δι­κό καλ­λι­τε­χνι­κό του στυλ,  δημιουρ­γώ­ντας  γνή­σια έργα τέχνης αναμ­φι­σβή­τη­της ποιό­τη­τας. Η τέχνη του Γιώρ­γου Πολ. Ιωαν­νί­δη είναι ένας αρι­στο­τε­χνι­κός συν­δυα­σμός εικο­νι­στι­κής  και αφη­ρη­μέ­νης ζωγρα­φι­κής με εξπρε­σιο­νι­στι­κή  έμφα­ση και έντα­ση στο χρώ­μα. Αγκα­λιά­ζει ολό­κλη­ρη  την ιστο­ρία της τέχνης με απο­τέ­λε­σμα ένα μονα­δι­κό εκλε­κτι­κι­σμό που συν­δυά­ζει σου­ρε­α­λι­στι­κά, συμ­βο­λι­κά  και αλλη­γο­ρι­κά στοι­χεία. Τοπο­θε­τεί τον άνθρω­πο στο κέντρο και δίνει ένα ισχυ­ρό προ­βά­δι­σμα στο συναί­σθη­μα, στο όρα­μα  και  στη φαντα­σία. Ανα­τέ­μνει τα σημα­ντι­κό­τε­ρα κεφά­λαια της ζωής και του θανά­του, της ψυχής και του έξω  κόσμου, της αγω­νί­ας  και της ελπί­δας.
  • Οι ανθρώ­πι­νες φιγού­ρες του παρου­σιά­ζο­νται ως επί το πλεί­στον γυμνές, με σαφή αλλη­γο­ρι­κή  στό­χευ­ση,  και όταν είναι ντυ­μέ­νες αυτό γίνε­ται με τα ρού­χα μιας άλλης επο­χής και ενός άλλου  τόπου. Το ενδια­φέ­ρον του, εστια­ζό­με­νο στην προ­σω­πι­κό­τη­τα και την ψυχο­σύν­θε­ση του ανθρώ­που, τον οδή­γη­σε να φιλο­τε­χνή­σει πολ­λά εξαι­ρε­τι­κά πορ­τρέ­τα διά­ση­μων προ­σω­πι­κο­τή­των των γραμ­μά­των και των τεχνών.
  • Στους πίνα­κές του χρη­σι­μο­ποιεί την τεχνι­κή των επάλ­λη­λων στρω­μά­των (La technique au Glacis) η οποία είχε ανα­πτυ­χθεί στην Ανα­γέν­νη­ση. Το βάθος, το μυστή­ριο και ο απί­θα­νος πλού­τος των χρω­μα­τι­κών τόνων δεν θα μπο­ρού­σαν  να επι­τευ­χθούν  στα έργα του χωρίς τη χρή­ση αυτής της τεχνι­κής. Η ολο­κλή­ρω­ση της ζωγρα­φι­κής του  είναι μια πολύ χρο­νο­βό­ρα δια­δι­κα­σία, με απο­τέ­λε­σμα έναν πολύ μικρό αριθ­μό  ολο­κλη­ρω­μέ­νων  πινά­κων ετη­σί­ως, περί­που 6–7.
  • Έχει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει πολ­λές ατο­μι­κές και ομα­δι­κές  εκθέ­σεις, σε Πινα­κο­θή­κες,  Μου­σεία, Αίθου­σες Τέχνης,  Κέντρα  Πολι­τι­σμού και σε ιδιω­τι­κές γκα­λε­ρί. Το 2010  εξέ­θε­σε στην Casa Bianca της Θεσ­σα­λο­νί­κης ένα σημα­ντι­κό μέρος από τα 40 χρό­νια ζωγρα­φι­κής του, στα πλαί­σια μιας μεγά­λης  ανα­δρο­μι­κής  έκθε­σης με τίτλο «Απάν­θι­σμα». Στην ηλι­κία  των 12 ετών είχε την πρώ­τη ατο­μι­κή του έκθε­ση, στο Ξενο­δο­χείο Capsis στη Θεσ­σα­λο­νί­κη.
  • Έργα του βρί­σκο­νται σε Δημο­τι­κές Πινα­κο­θή­κες, στην Πινα­κο­θή­κη της Σχο­λής Καλών Τεχνών στη Φλω­ρε­ντία, στο Μου­σείο Βορ­ρέ, στην Πινα­κο­θή­κη Πιε­ρί­δη, στο Κρα­τι­κό Μου­σείο Σύγ­χρο­νης Τέχνης στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, στην Πινα­κο­θή­κη της Εται­ρεί­ας Μακε­δο­νι­κών Σπου­δών και σε πολ­λές ιδιω­τι­κές συλ­λο­γές στην Ελλά­δα και στο εξω­τε­ρι­κό. Έχουν γρα­φτεί και δημο­σιευ­θεί πολ­λές κρι­τι­κές, μελέ­τες και άρθρα  από Ακα­δη­μαϊ­κούς, Ιστο­ρι­κούς της Τέχνης, Ζωγρά­φους-Καθη­γη­τές Καλών Τεχνών, ποι­η­τές, λογο­τέ­χνες, τεχνο­κρι­τι­κούς, δημο­σιο­γρά­φους. Κρι­τι­κοί τέχνης έχουν δηλώ­σει απε­ρί­φρα­στα  ότι  έχο­ντας  εκτε­θεί  για τόσα πολ­λά χρό­νια  στο επαγ­γελ­μα­τι­κό ήθος και την καθο­δή­γη­ση των διά­ση­μων καλ­λι­τε­χνών, ο Γιώρ­γος Πολ. Ιωαν­νί­δης  με μια γνή­σια αίσθη­ση μετα­φέ­ρει το πνεύ­μα τους στην δημιουρ­γία των αρι­στουρ­γη­μά­των  της επό­με­νης γενιάς.