Αννίτα Αποστολάκη ∙ 2014 ∙ Ιστορικός τηςΤέχνης — MA from the Sotheby’s Institute of Art and a BA in Archaeology & History of Art — Curatorial Assistant at the Athens Biennale

Η Τέχνη, ο Έρω­τας και ο Άνθρω­πος

Μία συζή­τη­ση με το Γιώρ­γο Πολ. Ιωαν­νί­δη

Ο Γιώρ­γος Πολ. Ιωαν­νί­δης είναι Έλλη­νας ζωγρά­φος, το έργο του οποί­ου οδη­γεί­ται από κοι­νω­νι­κή ευαι­σθη­σία, αγά­πη και ενδια­φέ­ρον για τον άνθρω­πο, ενώ ξεχω­ρί­ζει για το εξαί­ρε­το σχέ­διο και τα εξπρε­σιο­νι­στι­κά χρώ­μα­τά του.

Γεν­νη­μέ­νος στη Θεσ­σα­λο­νί­κη το 1956 ζωγρά­φι­σε την πρώ­τη τοπιο­γρα­φία του σε ηλι­κία δέκα χρο­νών (!). Όταν τον ρωτώ για το πώς εκδη­λώ­θη­κε αυτή η αγά­πη του για τη ζωγρα­φι­κή, ο Ιωαν­νί­δης θυμά­ται:

Ερω­τεύ­τη­κα την ελιά, το χρώ­μα και τη φόρ­μα της. Υπήρ­χαν δύο ελαιό­δε­ντρα σε ένα χωρά­φι και ένιω­σα ότι απλώς έπρε­πε να τα ζωγρα­φί­σω. Έτσι έκα­να την πρώ­τη μου ελαιο­γρα­φία. Ως έφη­βος αντέ­γρα­φα τα έργα των μεγά­λων κλα­σι­κών ζωγρά­φων: ο Γκό­για, ο Ρενουάρ, ο Ρέμπρα­ντ και ο Σεζάν ήταν οι πρώ­τες μου επιρ­ρο­ές. Ήμουν τόσο εντυ­πω­σια­σμέ­νος από τα έργα τους –είχαν τρο­με­ρή επί­δρα­ση σε μένα.”

Παρά το νεα­ρό της ηλι­κί­ας του και την έλλει­ψη επί­ση­μης εκπαί­δευ­σης, αυτά τα πρώ­ι­μα έργα απο­κα­λύ­πτουν το φυσι­κό ταλέ­ντο του καλ­λι­τέ­χνη στο σχέ­διο και τη ζωγρα­φι­κή. Στο USEUM βρί­σκε­ται ένα αντι­γε­γραμ­μέ­νο πορ­τρέ­το του Γκό­για (1969) και ένας πίνα­κας με μία λεπτο­μέ­ρεια από το έργο του Ντε­λα­κρουά Η Σφα­γή της Χίου (1968), που εντυ­πω­σιά­ζουν με την ακρί­βεια στην εκτέ­λε­σή τους.

Η αγά­πη του Ιωαν­νί­δη για την τέχνη σε όλες τις μορ­φές της τον ώθη­σε να σπου­δά­σει όχι μόνο ζωγρα­φι­κή, αλλά και αρχι­τε­κτο­νι­κή, σκη­νο­γρα­φία και την τέχνη του πορ­τρέ­του στις Ακα­δη­μί­ες Καλών Τεχνών της Βενε­τί­ας και της Φλω­ρε­ντί­ας (1974–1985). Όταν η συζή­τη­ση έρχε­ται στις σπου­δές του στην Ιτα­λία, θυμά­ται:

Η Βενε­τία με απε­λευ­θέ­ρω­σε από το συντη­ρη­τι­σμό. Οι δάσκα­λοί μου μου έλε­γαν να ξεδι­πλώ­νω πάντο­τε αυτό που αισθά­νο­μαι, αυτό που έχω μέσα μου, και όχι αυτό που μου επι­βάλ­λει το σύστη­μα.”

Για το λόγο αυτό, ενώ πει­ρα­μα­τί­στη­κε στις δεκα­ε­τί­ες του 1980 και 1990 με τον αφη­ρη­μέ­νο εξπρε­σιο­νι­σμό, με χαρα­κτη­ρι­στι­κό παρά­δειγ­μα το Ορφι­κό Α’ (1984), επέ­στρε­ψε στην ενσω­μά­τω­ση παρα­στα­τι­κών στοι­χεί­ων στους πίνα­κές του, όπως στα Απο­κά­λυ­ψις (1989) και Ο Μεγά­λος Ερω­τι­κός (1990), εμπνευ­σμέ­νο από τον ομώ­νυ­μο δίσκο του Μάνου Χατζι­δά­κι:

Χρειά­ζο­μαι τα παρα­στα­τι­κά στοι­χεία διό­τι λει­τουρ­γούν ως σύμ­βο­λα στα έργα μου. Αγα­πώ το από­λυ­το μαύ­ρο και το από­λυ­το άσπρο: τα θεω­ρώ ανα­ντι­κα­τά­στα­τα στοι­χεία. Αλλά παρό­λο που τα χρώ­μα­τα με βοη­θούν περισ­σό­τε­ρο να εκφρά­σω τη δρα­μα­τουρ­γία και την τρα­γω­δία που πολύ συχνά απει­κο­νί­ζο­νται στα έργα μου, τα παρα­στα­τι­κά στοι­χεία είναι μια εσω­τε­ρι­κή ανά­γκη.”

Στον πίνα­κα Πάθη (1983) ο καλ­λι­τέ­χνης έχει ζωγρα­φί­σει τα Πάθη του Χρι­στού ως ένα αμάλ­γα­μα αφη­ρη­μέ­νων σχη­μά­των, εν μέσω των οποί­ων εμφα­νί­ζο­νται ανθρώ­πι­να σώμα­τα. Η φιγού­ρα του Χρι­στού ξεχω­ρί­ζει με τη χρή­ση τόνων του κόκ­κι­νου και της ώχρας και απει­κο­νί­ζε­ται στο Σταυ­ρό και στην Απο­κα­θή­λω­ση. Το θέμα του πίνα­κα είναι μια αλλη­γο­ρία για τα προ­βλή­μα­τα της κοι­νω­νί­ας και τα πάθη της ανθρω­πό­τη­τας, η οποία προ­σω­πο­ποιεί­ται στη φιγού­ρα του Χρι­στού.

Κατά το Γιώρ­γο Ιωαν­νί­δη οι καλ­λι­τέ­χνες δεν μπο­ρούν να μένουν απα­θείς στην κοι­νω­νι­κή και πολι­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της επο­χής τους. Η τέχνη πρέ­πει να βρί­σκε­ται κοντά στους προ­βλη­μα­τι­σμούς του απλού λαού, έτσι ώστε να μπο­ρέ­σει να τον ενερ­γο­ποι­ή­σει και να τον κινη­το­ποι­ή­σει:

Πάντο­τε δίνω τίτλους στα έργα μου για­τί θυμά­μαι τον Τζού­λιο Αργκάν να λέει ότι δεν υπάρ­χει σημα­ντι­κό έργο στην Ιστο­ρία της Τέχνης που να μην έχει τίτλο. Για μένα τα έργα χωρίς τίτλο είναι απο­λί­τι­κα. Και η τέχνη δεν μπο­ρεί να είναι απο­λί­τι­κη. Εφό­σον οι καλ­λι­τέ­χνες δεν μπο­ρούν να προ­σφέ­ρουν στην κοι­νω­νία με άμε­σο τρό­πο, ο ρόλος τους είναι να προ­σφέ­ρουν στην κοι­νω­νία ερε­θί­σμα­τα που ο μέσος άνθρω­πος δε λαμ­βά­νει στην καθη­με­ρι­νό­τη­τά του. Γι’ αυτό θέλω με το έργο μου να δώσω δύνα­μη στον κόσμο, να τον ανε­βά­σω ψηλά.”

Οι λογο­τε­χνι­κές επιρ­ρο­ές του καλ­λι­τέ­χνη αντα­να­κλούν τις κοι­νω­νι­κές και πολι­τι­κές ευαι­σθη­σί­ες του. Τα έργα του Γιάν­νη Ρίτσου, Κώστα Βάρ­να­λη, καθώς και τον Ρώσων Μαξίμ Γκόρ­κι, Φιό­ντορ Ντο­στο­γιέφ­σκι και Λεό Τολ­στόι, ένα πορ­τραί­το του οποί­ου δια χει­ρός Ιωαν­νί­δη βρί­σκε­ται στο USEUM, έπαι­ξαν κατα­λυ­τι­κό ρόλο στην καλ­λι­τε­χνι­κή του παρα­γω­γή:

Το έργο μου είναι ανθρω­πο­κε­ντρι­κό με την έννοια ότι ο άνθρω­πος παρου­σιά­ζε­ται ξεγυ­μνω­μέ­νος από τις ταπει­νώ­σεις και ορθώ­νει το ανά­στη­μά του. Είμαι μέσα στον αγώ­να διό­τι αισθά­νο­μαι την ανά­γκη να σηκώ­σω το ανά­στη­μά μου και να προ­σφέ­ρω κοι­νω­νι­κά. Ο αγώ­νας και τα αιτή­μα­τα των αδύ­να­μων τάξε­ων και των φτω­χών μου δίνουν δύνα­μη και με εμπνέ­ουν να συνε­χί­σω το έργο μου. Οι τρεις κολό­νες του έργου μου είναι η τέχνη, ο έρω­τας και ο άνθρω­πος.”

Την έμπνευ­ση και τη φλό­γα του πάθους για την τέχνη είναι αυτά που προ­σπα­θεί να μετα­λα­μπα­δεύ­σει ο Ιωαν­νί­δης στις νεό­τε­ρες γενιές μέσω της διδα­σκα­λί­ας του τα τελευ­ταία 25 χρό­νια:

Λέω στους μαθη­τές μου να μη μισή­σουν την τέχνη στη ζωή τους και να κάνουν προ­σπά­θεια να την αγα­πή­σουν σε όλες τις μορ­φές της. Γι’ αυτό εκτός από εκθέ­σεις, προ­σπα­θώ να τους φέρω σε επα­φή με το ευρύ φάσμα των εικα­στι­κών τεχνών, όπως επί­σης με το θέα­τρο και τον κινη­μα­το­γρά­φο. Ίσως η προ­σπά­θειά μου αυτή να πηγά­ζει από την αντί­στοι­χη έλλει­ψη καλ­λι­τε­χνι­κών ερε­θι­σμά­των στα δικά μου σχο­λι­κά χρό­νια, που με κάνει να θέλω να προ­σφέ­ρω όσο περισ­σό­τε­ρα μπο­ρώ. Από την επα­φή μου με τις νεό­τε­ρες γενιές και την ανά­γκη επι­κοι­νω­νί­ας που εισπράτ­τω μέσω της διδα­σκα­λί­ας μου έχω απο­κο­μί­σει πραγ­μα­τι­κή ελπί­δα για το μέλ­λον.”

Καθώς ο Ιωαν­νί­δης είναι ένας καλ­λι­τέ­χνης αφο­σιω­μέ­νος κυρί­ως στη ζωγρα­φι­κή, ενδια­φε­ρό­μουν ιδιαί­τε­ρα να ακού­σω τις από­ψεις του για τη σχε­τι­κή απα­ξί­ω­ση της ζωγρα­φι­κής στη σκη­νή της σύγ­χρο­νης τέχνης:

Η τέχνη πρέ­πει να εκφρά­ζει και να προ­βάλ­λει την επο­χή της, αλλά η είσο­δος του νεο­πλου­τι­σμού στην τέχνη τα τελευ­ταία είκο­σι με τριά­ντα χρό­νια έχει οδη­γή­σει σε μια υπερ­προ­βο­λή της ύλης. Οι καλ­λι­τέ­χνες έχουν υπο­κύ­ψει στους κανό­νες του συστή­μα­τος και δημιουρ­γούν έργα για το κέρ­δος, τον αντα­γω­νι­σμό και για να ικα­νο­ποι­ή­σουν το εγώ τους. Προ­ο­δευ­τι­κά λοι­πόν έχουν κάνει συμ­βι­βα­σμούς στην τεχνι­κή τους και έχουν γίνει μία μάζα χωρίς προ­σω­πι­κό στίγ­μα.”

Παρό­λο που έργα του βρί­σκο­νται σε μεγά­λες και σημα­ντι­κές συλ­λο­γές, όπως η Θυσία (1992) που απο­τε­λεί μέρος της συλ­λο­γής του Κρα­τι­κού Μου­σεί­ου Σύγ­χρο­νης Τέχνης, ο Ιωαν­νί­δης αρνεί­ται να ακο­λου­θή­σει τους κανό­νες του επι­χει­ρη­μα­τι­κού κόσμου της τέχνης. Στην προ­σπά­θειά του να παρα­μεί­νει πιστός στα ιδα­νι­κά του και να δια­τη­ρή­σει το υψη­λό επί­πε­δο της τέχνης του δε δημιουρ­γεί πάνω από επτά έργα το χρό­νο.

Από πιο αφη­ρη­μέ­να έργα όπως το αλλη­γο­ρι­κό Προ­μη­θέ­ας (1998), ένα έργο τολ­μη­ρό, με τον Τιτά­να που τιμω­ρή­θη­κε από το Δία επει­δή έδω­σε το δώρο της φωτιάς στους ανθρώ­πους, σε κόκ­κι­νη σχε­δόν μονο­χρω­μα­τι­κή παλέ­τα, τελευ­ταία ο καλ­λι­τέ­χνης έχει στρα­φεί προς μια καθα­ρά εικο­νι­στι­κή ζωγρα­φι­κή. Στο εντυ­πω­σια­κό έργο Σκιά Θανά­του (2013) ο Ιωαν­νί­δης δε φοβά­ται να δεί­ξει με συμ­βο­λι­κό τρό­πο την αλή­θεια της σύγ­χρο­νης κοι­νω­νι­κής και πολι­τι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας: προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νη στον άνθρω­πο που εικο­νί­ζε­ται στα αρι­στε­ρά η ανθρω­πό­τη­τα γέρ­νει αδύ­να­μη, έτοι­μη να γίνει λεία των αρπα­κτι­κών του νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρου συστή­μα­τος, που είναι έτοι­μα να κατα­σπα­ρά­ξουν ό,τι έχει απο­μεί­νει. Επί­σης, ο καλ­λι­τέ­χνης δεί­χνει τους ανθρώ­πους να μάχο­νται ενα­ντί­ον των εχθρών τους στο Δοξα­στι­κόν (2012), καθώς και να στέ­κο­νται υπε­ρά­νω των εμπο­δί­ων και της ζοφε­ρής κατά­στα­σης που επι­κρα­τεί γύρω τους στο έργο Ανθρω­πο­γο­νία (2012). Άλλω­στε, ο Γιώρ­γος Πολ. Ιωαν­νί­δης είναι πάνω από όλα ένας καλ­λι­τέ­χνης που πιστεύ­ει πραγ­μα­τι­κά στις δυνα­τό­τη­τες του ανθρώ­που και μιας ενω­μέ­νης κοι­νω­νί­ας και αυτή η πίστη του είναι που τρο­φο­δο­τεί συνε­χώς το πάθος του για την τέχνη και τη ζωγρα­φι­κή.  

Αννί­τα Απο­στο­λά­κη ∙ 2014  Ιστο­ρι­κός της Τέχνης

Πατή­στε εδώ για το κεί­με­νο στο USEUM Blog