Αλέξανδρος Τζιόλας ∙ 2010 ∙ Φιλόλογος

                                   Ανα­δρο­μι­κή έκθε­ση “Απάν­θι­σμα” του Γιώρ­γου Πολ. Ιωαν­νί­δη                                     στην Casa Bianca της Θεσ­σα­λο­νί­κης — Ιού­λιος 2010

Ανα­γεν­νη­σια­κός, φλα­μαν­δι­κός, ιμπρε­σιο­νι­στής, εξπρε­σιο­νι­στής, κυβι­στής, σου­ρε­α­λι­στής… Όλα τα ανα­πλά­θει δημιουρ­γι­κά και δεξιό­τε­χνα τα υπερ­βαί­νει, για να γεν­νη­θεί έργο πρω­το­φα­νέ­ρω­το με έντο­νη την προ­σω­πι­κή σφρα­γί­δα του δημιουρ­γού. Μπο­ρεί και ένα μόνο του έργο να συμπυ­κνώ­νει πολ­λά ή και όλα τα παρα­πά­νω χαρα­κτη­ρι­στι­κά, όπως “Η κωμω­δία του θανά­του”. Το σύνο­λο πάντως της καλ­λι­τε­χνι­κής του δημιουρ­γί­ας, που ξεκι­νά από την πολύ μικρή ηλι­κία των δέκα και δώδε­κα χρο­νών (Τοπία Χαλ­κι­δι­κής, ανα­δη­μιουρ­γία αυτο­προ­σω­πο­γρα­φί­ας Γκό­για ή Ρέμπραντ ή προ­σω­πο­γρα­φί­ας του Ρού­μπενς) το δια­περ­νούν όλα αυτά τα ρεύ­μα­τα και μένει κανείς έκθαμ­βος μπρο­στά στη σπά­νια αφο­μοιω­τι­κή και συν­δυα­στι­κή ικα­νό­τη­τα του καλ­λι­τέ­χνη. Οι προ­σω­πο­γρα­φί­ες του δε πέρα για πέρα αρι­στο­τε­χνι­κές. Έξο­χη η σιω­πη­λή, η συγκρα­τη­μέ­νη τους εκφρα­στι­κό­τη­τα και η από­δο­ση μιας ομι­λού­σας εσω­τε­ρι­κό­τη­τας. Ως και τα νεκρά του τοπία (“Άνω Πόλη Θεσ­σα­λο­νί­κης”) εμπε­ριέ­χουν το σφρί­γος της ενύ­παρ­κτης ζώσας ψυχής. Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, και νεκρή φύση όταν είναι, εμψυ­χώ­νε­ται από τον καλ­λι­τέ­χνη και μετα­σαρ­κώ­νε­ται σε κάτι που πάλ­λε­ται, στη ζωντα­νή εκδο­χή της. Οι πίνα­κές του δεν είναι απλή και πιστή φωτο­γρά­φι­ση μιας απο­στε­ω­μέ­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, αλλά εμφύ­ση­ση ψυχής μέσα της και ζωντά­νε­μά της. Εργα­λεία του το πινέ­λο και η παλέ­τα και υλι­κά του ο καμ­βάς και το λάδι, τα  εντε­λώς απα­ραί­τη­τα. Ποιος είναι ο Γιώρ­γος Πολ. Ιωαν­νί­δης ιδε­ο­λο­γι­κά, ποιά μηνύ­μα­τα φέρ­νει από την επο­χή μας πλά­θο­ντας με γραμ­μές και χρώ­μα­τα μορ­φές ποι­κί­λες ή σχή­μα­τα περί­ερ­γα, για να μας απο­κα­λύ­ψει με τα ζωγρα­φί­σμα­τά του όλα όσα νοιώ­θει και δια­νο­εί­ται; Δεν είναι “ανοη­μα­τι­κή” η τέχνη του Ιωαν­νί­δη ούτε ακα­θό­ρι­στη στις σημάν­σεις της. Εύγλωτ­τα προσ­διο­ρί­ζε­ται το ιδε­ο­λο­γι­κό της φάσμα και ο σαφής κοι­νω­νι­κός της προ­σα­να­το­λι­σμός. Δύο τα κεντρι­κά πεδία της ιδε­ο­λο­γι­κής του έκφρα­σης:  Το πρώ­το υπαρ­ξια­κό, ο εγκλει­σμός μας στα απελ­πι­στι­κά στε­νά όρια της οντό­τη­τάς μας. Η κατα­φυ­γή του καλ­λι­τέ­χνη ίδια με του Καβά­φη: “Τα φάρ­μα­κά σου φέρε τέχνη της ποι­ή­σε­ως που κάνου­νε για λίγο να μη νιώ­θε­ται η πλη­γή”. Και του Ιωαν­νί­δη η δια­φυ­γή είναι η τέχνη του, μέσω της οποί­ας επι­χει­ρεί εκφρα­στι­κά έστω να διευ­ρύ­νει τα όρια της ύπαρ­ξής μας είτε με την παρου­σί­α­ση μιας “Μπα­λα­ρί­νας” που χορεύ­ο­ντας προ­σπα­θεί να υπερ­βεί τον εαυ­τό της είτε με την προ­σω­πο­γρά­φη­ση μορ­φών οικεί­ων ή αγα­πη­μέ­νων και την εικο­νι­κή τους δια­τή­ρη­ση στο χρό­νο. Εξού και οι πολ­λές προ­σω­πο­γρα­φί­ες, σχε­δόν πάνω από το ένα τρί­το του συνό­λου των εκθε­μά­των του. Από ευγνω­μο­σύ­νη δε προς τους μεγά­λους καλ­λι­τέ­χνες που επι­τε­λούν κι εκεί­νοι το ίδιο έργο, με την τέχνη τους διευ­ρύ­νου­νε τα όρια της ύπαρ­ξής μας, στρέ­φει τη δική του τέχνη και προς αυτούς μνη­μειο­ποιώ­ντας τους. (Αυτο­προ­σω­πο­γρα­φί­ες ή προ­σω­πο­γρα­φί­ες Ρέμπραντ, Ρού­μπενς, Γκό­για, Ντο­στο­γιέφ­σκι, Τολ­στόι, Θερ­βά­ντες, που είναι και η μόνη σε μορ­φή γλυ­πτού από γύψο).

Το δεύ­τε­ρο ιδε­ο­λο­γι­κό του πεδίο είναι η κοι­νω­νία, οι δομές της και οι παγιω­μέ­νες της κατα­στά­σεις που ανα­πα­ρά­γουν στο διη­νε­κές την κατα­πί­ε­ση, την ανι­σό­τη­τα και τη βαρ­βα­ρό­τη­τα της εκμε­τάλ­λευ­σης ανθρώ­που από άνθρω­πο, είτε αυτή τελεί­ται χωρίς την άμε­ση χρή­ση όπλων, «νόμι­μα» και «ειρη­νι­κά», με την οικο­νο­μι­κή εξάρ­τη­ση των πολ­λών από τους λίγους, είτε ένο­πλα. Ωστό­σο και στις δύο περι­πτώ­σεις τέλε­σης της το απο­τέ­λε­σμα μένει ίδιο, η παγί­ω­ση μιας σύγ­χρο­νης μορ­φής δου­λεί­ας, όπου η δυνα­τό­τη­τα επι­βί­ω­σης των πολ­λών εξαρ­τά­ται από τη δυνα­τό­τη­τα των λίγων να κερ­δί­ζουν. Η “Προ­σω­πο­γρα­φία Νέου”, που δεν είναι άλλο από προ­σω­πο­γρα­φία εργά­τη, είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κή της κοι­νω­νι­κής εστί­α­σης του καλ­λι­τέ­χνη ή, αν πρό­κει­ται για εμπό­λε­μη τέλε­ση της βαρ­βα­ρό­τη­τας, “Τα Άνθη του Κακού”, “Πέρα από τον Ίσκιο των Κυπα­ρισ­σιών”, “Πέτρι­νος Χρό­νος” ανά­γλυ­φα σχε­δόν μας την παρα­σταί­νουν. Η οικο­νο­μι­κή κρί­ση με όλα τα αρνη­τι­κά της φαί­νε­ται ότι για τον Ιωαν­νί­δη συνι­στά ευνοϊ­κή συγκυ­ρία, προ­κει­μέ­νου να κατα­νο­ή­σει κανείς το έργο του. Επει­δή ο Ιωαν­νί­δης δεν αντι­γρά­φει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, απλώς την προ­αι­σθά­νε­ται, έρχε­ται η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κατό­πιν να τον αντι­γρά­ψει επα­λη­θεύ­ο­ντας τον. Εκεί­να τα ευτρα­φή και με ευγε­νι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά αλο­γό­μορ­φα τέρα­τα, σημε­ρι­νοί εκπο­λι­τι­σμέ­νοι Κένταυ­ροι θα λέγα­με (“Ραψω­δία Α, Β, Γ”), “Τα Πάθη”, “Το Δέντρο της Φυλα­κής”, “Οι Κατά­πτυ­στοι”,  “Η Εξο­μο­λό­γη­ση του Αλή­τη”, που φαί­νε­ται να αντι­στρέ­φει δικαιω­τι­κά τη σχέ­ση των κυρί­αρ­χων και των κατα­πιε­σμέ­νων, όλα είναι έργα με σαφή την απόρ­ρι­ψη των δομών της παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης κοι­νω­νί­ας μας. Όσο για την καπή­λευ­ση της τρα­γι­κό­τη­τας της ανθρώ­πι­νης ύπαρ­ξης από τις θρη­σκεί­ες μας η ειρω­νεία του στον “Ουρά­νιο Τυμπα­νι­στή” απο­τε­λεί πλη­ρω­μέ­νη απά­ντη­ση: “Τώρα θα στε­ρη­θεί­τε την αγά­πη μου για την υπό­λοι­πη ζωή σας” λέει Εσταυ­ρω­μέ­νος που δε βλέ­πει.

Αλέ­ξαν­δρος Τζιό­λας, 2010

Φιλό­λο­γος — Πολι­τι­κός ανα­λυ­τής