Κάτια Κιλεσοπούλου ∙ 2000 ∙ Ιστορικός της Τέχνης

Η καλ­λι­τε­χνι­κή ιδιο­συ­γκρα­σία του Γιώρ­γου Πολ. Ιωαν­νί­δη εκδη­λώ­θη­κε πλη­θω­ρι­κά ήδη από τα πρώ­τα εφη­βι­κά του χρό­νια και σφρα­γί­στη­κε έκτο­τε από τις εσω­τε­ρι­κές συγκρού­σεις και τη συνε­πα­γό­με­νη εκφρα­στι­κή έντα­ση του ανθρώ­που που αμφι­τα­λα­ντεύ­ε­ται ανά­με­σα στη λατρεία του για τη μεγά­λη ζωγρα­φι­κή του παρελ­θό­ντος και στην ανά­γκη της ανί­χνευ­σης των αμφι­σβη­τή­σε­ων που έθε­σε μορ­φο­πλα­στι­κά και ιδε­ο­λο­γι­κά η μοντέρ­να τέχνη. Η έντα­ση αυτή συνε­τέ­λε­σε στη δημιουρ­γία ενός έργου που διέ­πε­ται από την αίσθη­ση αμφι­ση­μί­ας, κλυ­δω­νι­σμών και δια­μαρ­τυ­ρί­ας, η τελευ­ταία μάλι­στα εμφα­νής όχι μόνο με την μορ­φή γρα­πτού λόγου στους πίνα­κες αλλά και στην επι­λο­γή τίτλων συγκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νων που λει­τουρ­γούν συχνά δεσμευ­τι­κά ως προς την θέα­ση και την προ­σέγ­γι­ση των εργα­σιών του. Ένας ιδιό­τυ­πος εκλε­κτι­σμός που συν­δυά­ζει χαρα­κτη­ρι­στι­κά αφη­ρη­μέ­νου εξπρε­σιο­νι­σμού, λυρι­κής και γεω­με­τρι­κής αφαί­ρε­σης με ανα­φο­ρές στην ανθρώ­πι­νη μορ­φή, συνή­θως με πιστή ή και παραλ­λαγ­μέ­νη, μετα­φο­ρά σε μικρο­γρα­φία τμη­μά­των από κορυ­φαία έργα της ιστο­ρί­ας της τέχνης, δια­μορ­φώ­νει ένα μανιε­ρι­σμό που νοεί­ται μέσα στο πλαί­σιο των μετα­μο­ντερ­νι­στι­κών τάσε­ων.

Έχο­ντας συνεί­δη­ση της σχε­δια­στι­κής του ικα­νό­τη­τας και της χρω­μα­τι­κής του αίσθη­σης, ο καλ­λι­τέ­χνης χρη­σι­μο­ποιεί αυτές του τις δυνα­τό­τη­τες προ­κει­μέ­νου να τιθα­σεύ­σει την εκφρα­στι­κό­τη­τα του, την καλ­λι­γρα­φι­κή και δια­κο­σμη­τι­κή του τάση, να δομή­σει τη σύν­θε­ση με την αντι­πα­ρά­θε­ση χρω­μα­τι­κών όγκων — γραμ­μι­κών τύπων — κάθε­τες, ορι­ζό­ντιες, δια­γώ­νιες, ορθο­γώ­νια, κύκλοι, ημι­κύ­κλια, σχη­μα­το­ποι­ή­σεις — να εκμαιεύ­σει από το υλι­κό του, το λάδι, πιο ποι­κί­λες υφές και απο­χρώ­σεις. Όταν ο καται­γι­σμός των μορ­φο­πλα­στι­κών στοι­χεί­ων και των μηνυ­μά­των ενός πυρε­τώ­δους ψυχι­κού και ιδε­ο­λο­γι­κού υπό­βα­θρου, περιο­ρί­ζε­ται, οι προ­θέ­σεις του ζωγρά­φου γίνο­νται πιο σαφείς όπως π.χ. σε αρκε­τά, πρό­σφα­τα, ολι­γό­χρω­μα έργα του όπου πρω­τα­γω­νι­στεί το παι­δί και η δια­μαρ­τυ­ρία για την κάθε είδους κακο­ποί­η­σή του. Η ροδα­λή και φασμα­τι­κή του παρου­σία σε ένα περι­βάλ­λον εφιαλ­τι­κών υπο­μνή­σε­ων και συμ­βο­λι­σμών, επι­τεί­νει τη ζοφε­ρή ατμό­σφαι­ρα μιας αγω­νιώ­δους εικα­στι­κής ανα­ζή­τη­σης που ενδια­φέ­ρε­ται να προ­βάλ­λει ζωτι­κά θέμα­τα – αδιέ­ξο­δα της σύγ­χρο­νης ζωής.

Κάτια Κιλε­σο­πού­λου 

Ιστο­ρι­κός της Τέχνης, 2000