Μαρία ΜΕΛΕΝΤΗ ∙ 2015 ∙ Ιστορικός της Τέχνης ∙ Κέρκυρα

                           Ένα μεγά­λο ταξί­δι στον πλα­τύ, προ­αιώ­νιο χρό­νο η ματιά του Γιώρ­γου Ιωαν­νί­δη μας οδη­γεί σε μία συγκλο­νι­στι­κή εμπει­ρία, πρω­τό­γνω­ρη αλλά και γεμά­τη μνή­μη όπως η μεθυ­στι­κή βύθι­σή μας στον κόσμο του επέ­κει­να. Η συνά­ντη­ση της ενσυ­νεί­δη­της και ασυ­νεί­δη­της υπό­στα­σή μας στο πλού­σιο τοπίο των εικό­νων του αντλεί μορ­φο­λο­γι­κά στοι­χεία από κάθε ανθρώ­πι­νο παλ­μό της παρα­στα­τι­κής τέχνης στο κορύ­φω­μά της. Η ισχυ­ρή μυθο­πλα­σία ενώ­νε­ται και συνο­μι­λεί με τον καλύ­τε­ρο εκφρα­στή της στην αισθη­τι­κή γλώσ­σα, την Ανα­γεν­νη­σια­κή Ευρω­παϊ­κή παρά­δο­ση,  αλλά και την μετα­φυ­σι­κή συνέ­χειά της μέσω κορυ­φαί­ων σταθ­μών της όπως η Ιτα­λι­κή, Φλα­μαν­δι­κή και Ισπα­νι­κή τέχνη (15ος- 18ος αι.). Στον γεμά­το συμ­βο­λι­σμούς ορί­ζο­ντα της τέχνης του Γιώρ­γου Ιωαν­νί­δη κρε­μιό­νται και συνε­νώ­νο­νται δημιουρ­γώ­ντας ένα νέο «τόπο» της ζωγρα­φι­κής, επιρ­ρο­ές, μετα­πλά­σεις αλλά και ρήξεις με ό, τι μας κλη­ρο­δο­τούν σκη­νές της Απο­κά­λυ­ψης, της Δευ­τέ­ρας Παρου­σί­ας, του Πάθους δημιουρ­γών όπως ο Μιχα­ήλ Άγγε­λος, οι Μπρί­γκελ αλλά  και μετα­γε­νέ­στε­ρα ο Ρέμπρα­ντ και ο Γκό­για ενώ δεν παρα­βλέ­πο­νται και στοι­χεία της Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης. Το εκφρα­στι­κό απο­τέ­λε­σμα ενέ­χει μία δυνα­τή, ρωμα­λέα απο­τύ­πω­ση του ανθρώ­πι­νου άλγους με την δυνα­τή κραυ­γή της αγω­νί­ας, του πόνου, της θλί­ψης αλλά και της ανα­μο­νής, του θυμού, της εγκαρ­τέ­ρη­σης. Με φανε­ρή επι­λο­γή στην κρι­τι­κή ερμη­νεία στις σκη­νές της έντο­νης δρά­σης, ο δημιουρ­γός προ­σκα­λεί τον θεα­τή να βιώ­σει, να ενω­θεί με τον κόσμο των αγώ­νων, της δια­μαρ­τυ­ρί­ας, της σκλη­ρής αντί­στα­σης. Να μην παραι­τη­θεί από την ελπί­δα της πολύ­πα­θους αλλά και τελι­κής νίκης. Τα σύμ­βο­λα του σκό­τους όπως ο αρπα­κτι­κός γύπας της εκμε­τάλ­λευ­σης και της κακί­ας βρί­σκο­νται δίπλα στον μαχη­τή άνθρω­πο που γυμνός και ειλι­κρι­νής παλεύ­ει με ίδια μέσα, φυλα­κί­ζε­ται, βασα­νί­ζε­ται, εξο­ρί­ζε­ται, σταυ­ρώ­νε­ται και ανα­σταί­νε­ται στο φως της ελπί­δας. Στην πολύ­πα­θη, τρα­γι­κή αλλά και σωτή­ρια πορεία του η πατρί­δα της ανά­παυ­σης και της ψυχι­κής ανά­τα­σης βρί­σκε­ται πάντα ως Γη της Επαγ­γε­λί­ας στο βάθος κάθε ιστο­ρί­ας. Το μήνυ­μα έρχε­ται λαμπε­ρό, θερ­μό με απα­στρά­πτου­σα ορμή. Σε αυτόν τον μεγά­λο αγώ­να μετά τα τόσα δάκρυα, τον πόνο, το αίμα, νική­τρια με την ρομ­φαία στο χέρι επι­στρέ­φει η αλή­θεια της Δικαιο­σύ­νης και της Σωτη­ρί­ας. Χωρίς ενα­γκα­λι­σμούς με σωτη­ριο­λο­γι­κές δεσμεύ­σεις που προ­έρ­χο­νται από γνω­στές και επι­βε­βλη­μέ­νες θεω­ρί­ες αλλά ανε­ξάρ­τη­τα, φιλε­λεύ­θε­ρα, με παρ­ρη­σία η ιστο­ρία του ανθρω­πί­νου γένους συμπυ­κνώ­νε­ται  σε μία σκη­νή αλλά και κατα­κερ­μα­τί­ζε­ται σε χιλιά­δες όψεις της. Ακρι­βώς όπως κατα­γρά­φε­ται ως μαρ­τυ­ρία στον πλα­τύ, προ­αιώ­νιο χρό­νο μας, πριν από τον θνη­τό μας θάνα­το, ως σαρ­κω­μέ­νο επει­σό­διο της. Με ιδιαί­τε­ρη δεξιο­τε­χνία στις τεχνι­κές, προ­κύ­πτει μία τεχνο­τρο­πι­κή στά­ση με αξιο­ση­μεί­ω­το ενδια­φέ­ρον που ανα­πτύσ­σε­ται και ανθεί με υπο­μο­νή και  αγά­πη στα πλαί­σια ενός δημιουρ­γι­κού εργα­στη­ρί­ου με δια­κε­κρι­μέ­νη δρά­ση όχι μόνο στην Ελλά­δα αλλά και στην Ιτα­λία, μία ζωντα­νή «προι­κι­σμέ­νη» γέφυ­ρα προς την ιστο­ρία αλλά και την συγ­χρο­νία μας.

Μαρία ΜΕΛΕΝΤΗ

Ιστο­ρι­κός της Τέχνης ∙ Κέρ­κυ­ρα ∙ 2015